trump erdogan r collage

Η επίσκεψη του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στον Λευκό Οίκο στις 13 Νοεμβρίου μπορεί να θεωρηθεί ως νίκη για τον Ερντογάν, με μια στενή αλλά ουσιαστική έννοια.

Εν μέσω της απειλής των αμερικανικών κυρώσεων, η συνάντηση του Ερντογάν με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έληξε με τον Τούρκο πρόεδρο να εκφράζει τις απαιτήσεις της Άγκυρας στο Οβάλ Γραφείο και, προφανώς, να καταφέρνει να αποσοβήσει τα τιμωρητικά μέτρα των ΗΠΑ.

Η επίσκεψη του Ερντογάν δεν έλυσε βέβαια κανένα από τα μακροχρόνια διμερή ζητήματα μεταξύ των ΗΠΑ και της Τουρκίας και ο Ερντογάν -τον οποίον αντιμετωπίζουν με περιφρόνηση σχεδόν όλες οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες των ΗΠΑ- δεν θα ήταν καλοδεχούμενος στην Ουάσινγκτον, αν δεν είχε λάβει προσωπική πρόσκληση από τον Τραμπ.

Άλλωστε, η Τουρκία δεν έχει και πολλούς φίλους πια στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ, μετά την πρόσφατη εισβολή της στη βόρεια Συρία για να επιτεθεί στις στηριζόμενες από τις ΗΠΑ κουρδικές δυνάμεις μαχητών που πολεμούν το Ισλαμικό Κράτος, καθώς και μετά την αγορά του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400, που πολλοί θεωρούν πως παραβιάζει τις δεσμεύσεις της Τουρκίας προς το ΝΑΤΟ.

Αντιθέτως, δεν είναι σαφές το τι κέρδισε ο Τραμπ από τα πολυάριθμα φωτογραφικά ενσταντανέ με έναν ηγέτη τον οποίο οι Αμερικανικοί κυβερνητικοί θεσμοί θεωρούν ευρύτατα ως αναξιόπιστο εταίρο στην καλύτερη περίπτωση, καθώς και αυταρχικό ηγέτη που έρχεται ορατά πιο κοντά στη Ρωσία, σε βάρος των συμφερόντων της Δυτικής συμμαχίας.

Οι περισσότεροι παρατηρητές της Τουρκίας έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα πως η συμμαχία Τουρκίας-ΗΠΑ υπάρχει κατ’ όνομα μόνο και οπωσδήποτε δεν είναι ουσιαστική. Υπάρχουν πολλοί λόγοι να πιστεύουμε πως η Τουρκία και οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να απομακρύνονται, χωρίς μια πιο ουσιαστική δέσμευση σε ζητήματα που διαιρούν τους δύο συμμάχους.

Ο Ερντογάν έφτασε στην Ουάσινγκτον με μια μακρά λίστα αιτημάτων, τα περισσότερα από τα οποία φάνηκε πως είχαν στόχο να διαφυλάξουν τον ίδιο και την κυβέρνησή του. Οι ανησυχίες πως οι ΗΠΑ θα δημοσιοποιούσαν ορισμένες από τις πιο αμφισβητήσιμες πηγές του τεράστιου προσωπικού πλούτου του Ερντογάν καθώς και το μέλλον της τουρκικής Halkbank, προφανώς βρίσκονταν στην κορυφή της λίστας.

Τον περασμένο μήνα, Αμερικανοί εισαγγελείς της Νέας Υόρκης κατηγόρησαν τη Halkbank για παραβίαση των αμερικανικών κυρώσεων στο Ιράν. Επιπλέον, ο Ερντογάν εξόργισε αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης, καθώς και ομάδα Αμερικανών γερουσιαστών που παραβρέθηκαν στη συνάντησή του στο Οβάλ Γραφείο με τον Τραμπ, όταν έδειξε βίντεο σε ένα iPad που παρουσίαζε τον Κούρδο ηγέτη των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων Μαζλούμ Αμπντί ως τρομοκράτη που θα πρέπει να συλληφθεί και να παραδοθεί στην Τουρκία, αντί να προσκαλείται στην Ουάσινγκτον.

Όταν ο Αμερικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιχαμ αγνόησε αυτή την προπαγανδιστική πράξη, η προσοχή της συζήτησης στράφηκε στην αγορά των ρωσικών πυραυλικών συστημάτων S-400 από την Τουρκία. Από την κοινή ανακοίνωση που ακολούθησε τη συνάντηση του Τραμπ με τον Ερντογάν, είναι ξεκάθαρο πως οι ΗΠΑ ενδιαφέρονταν να στείλουν ένα βασικό μήνυμα στην Τουρκία: είτε θα βρει τρόπο -που να μπορεί να επιβεβαιωθεί- να βάλει «στο συρτάρι» τους S-400 και ως αντάλλαγμα να επανενταχθεί στο πρόγραμμα για τα μαχητικά F-35, ή θα πρέπει να περιμένει σοβαρές και εξουθενωτικές κυρώσεις.

Μεταξύ σφύρας και άκμονος

Για το θέμα των S-400, ο Ερντογάν αντιμετωπίζει ένα ενδιαφέρον δίλημμα και καλείται να λάβει μια απόφαση με σημαντικές επιπτώσεις. Πέραν της απώλειας της αξιοπιστίας της, η Τουρκία θα δυσκολευτεί να ακυρώσει την αγορά των S-400. Από προηγούμενη εμπειρία, ο Ερντογάν γνωρίζει πολύ καλά πως το να εξοργίσει τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν είναι ένα ευαίσθητο ζήτημα, και υπάρχουν αξιόπιστες αναφορές που υποδηλώνουν πως ο Πούτιν θα μπορούσε να δημοσιοποιήσει έναν θησαυρό με ντροπιαστικό και ενοχοποιητικό υλικό, που θα έδειχνε τις αμφιλεγόμενες οικονομικές συναλλαγές και τις διεθνείς σχέσεις του Ερντογάν και της οικογένειάς του.

Ο Πούτιν θα μπορούσε επίσης να τιμωρήσει οικονομικά την Τουρκία, τερματίζοντας τις υφιστάμενες εμπορικές και τουριστικές συμφωνίες που είναι ζωτικής σημασίας για την ευρωστία της τουρκικής οικονομίας.

Στον αντίποδα, εάν δεν ικανοποιηθεί η Ουάσινγκτον στο θέμα των S-400, θα μπορούσε να εξαπολύσει μπαράζ κυρώσεων. Για την ώρα, οι ΗΠΑ φαίνεται πως έδωσαν στην Τουρκία την ευκαιρία να σκεφτεί καλά το θέμα και να ενεργήσει αναλόγως. Ως έχει, η υπόθεση κατά της Halkbank και το προτεινόμενο ψήφισμα στη Γερουσία των ΗΠΑ για την αναγνώριση της σφαγής των Αρμενίων από τους Οθωμανούς Τούρκους ως γενοκτονίας (η Βουλή των Αντιπροσώπων υπερψήφισε παρόμοιο ψήφισμα τον περασμένο μήνα), μπήκαν «στον πάγο» ως ένδειξη καλής θέλησης και σήμα πως οι ΗΠΑ σοβαρά ενδιαφέρονται να επαναφέρουν την Τουρκία στις αγκάλες της Δύσης.

Όσο επιθετική και αξιόπιστη μπορεί να είναι η θέση των ΗΠΑ, ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι ανησυχούν πως αν πιέσουν υπερβολικά την Τουρκία και την τιμωρήσουν με κυρώσεις, θα την οδηγήσουν βαθύτερα στην ανοικτή αγκαλιά της Ρωσίας. Αν και η Τουρκία λίγους φίλους έχει στα υπουργεία Άμυνας και Εξωτερικών των ΗΠΑ, ωστόσο κανένας δεν θέλει η Τουρκία επισήμως να περάσει στο ρωσικό στρατόπεδο.

Ενας κουρασμένος και ανασφαλής ηγέτης

Παρατηρώντας τον Ερντογάν, φαίνεται πως η ύβρις όλο και περισσότερο κρύβει την έλλειψη αυτοπεποίθησης, ενώ η ανασφάλεια επισκιάζει τη 17χρονη διακυβέρνησή του. Λίγο πριν την προγραμματισμένη επίσκεψή του στην Οάσινγκτον, ο Ερντογάν εκφώνησε μια διάρκειας 36 λεπτών ομιλία για την 81η επέτειο από τον θάνατο του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, του ιδρυτή της σύγχρονης Τουρκικής Δημοκρατίας.

Υποβάθμισε τα επιτεύγματα της δημοκρατίας για να επικεντρωθεί αντιθέτως σε μια σειρά ανακριβών παρατηρήσεων ότι οι επιτυχίες της σύγχρονης Τουρκίας βασίζονται στην κληρονομιά του προκατόχου της, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Πέραν της έλλειψης ιστορικής γνώσης και της μικροδιαφοροποίησης, προφανώς ο Ερντογάν κατάλαβε πως το Οθωμανικό κράτος δεν θα επέτρεπε ποτέ σε κάποιον με το δικό του κοινό παρελθόν να καταλάβει μια θέση ισχύος στην κυβέρνηση, πόσω μάλλον να γίνει αρχηγός κράτους.

Ο Ερντογάν δεν θα πρέπει, όμως, να υποτιμάται. Είναι μετρ στην τακτική και έχει την ικανότητα και τη βούληση να αλλάξει τη δημόσια συζήτηση και το πολιτικό κλίμα προς το συμφέρον του.

Τα τελευταία περίπου έξι χρόνια, έχει χρησιμοποιήσει αυτή τη δεξιότητα αποκλειστικά και μόνο για την αυτοσυντήρησή του. Μένει να φανεί αν μπορεί να χρησιμοποιήσει τις δεξιότητές του και την επιρροή του για να εξυπηρετήσει τα εθνικά συμφέροντα της χώρας του.

Sinan Ciddi, Stratfor

Αναπόφευκτη καταιγίδα στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας

Ο Ερντογάν έφτασε προ ημερών στην Ουάσινγκτον με μια μακρά λίστα αιτημάτων, τα περισσότερα από τα οποία φαίνεται πως είχαν στόχο να τον διατηρήσουν στην εξουσία. Η στάση των ΗΠΑ και το δίλημμα του Τούρκου προέδρου.

Αναπόφευκτη καταιγίδα στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας
  • του Sinan Ciddi

Η επίσκεψη του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στον Λευκό Οίκο στις 13 Νοεμβρίου μπορεί να θεωρηθεί ως νίκη για τον Ερντογάν, με μια στενή αλλά ουσιαστική έννοια.

Εν μέσω της απειλής των αμερικανικών κυρώσεων, η συνάντηση του Ερντογάν με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έληξε με τον Τούρκο πρόεδρο να εκφράζει τις απαιτήσεις της Άγκυρας στο Οβάλ Γραφείο και, προφανώς, να καταφέρνει να αποσοβήσει τα τιμωρητικά μέτρα των ΗΠΑ.

Η επίσκεψη του Ερντογάν δεν έλυσε βέβαια κανένα από τα μακροχρόνια διμερή ζητήματα μεταξύ των ΗΠΑ και της Τουρκίας και ο Ερντογάν -τον οποίον αντιμετωπίζουν με περιφρόνηση σχεδόν όλες οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες των ΗΠΑ- δεν θα ήταν καλοδεχούμενος στην Ουάσινγκτον, αν δεν είχε λάβει προσωπική πρόσκληση από τον Τραμπ. Άλλωστε, η Τουρκία δεν έχει και πολλούς φίλους πια στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ, μετά την πρόσφατη εισβολή της στη βόρεια Συρία για να επιτεθεί στις στηριζόμενες από τις ΗΠΑ κουρδικές δυνάμεις μαχητών που πολεμούν το Ισλαμικό Κράτος, καθώς και μετά την αγορά του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400, που πολλοί θεωρούν πως παραβιάζει τις δεσμεύσεις της Τουρκίας προς το ΝΑΤΟ.

Αντιθέτως, δεν είναι σαφές το τι κέρδισε ο Τραμπ από τα πολυάριθμα φωτογραφικά ενσταντανέ με έναν ηγέτη τον οποίο οι Αμερικανικοί κυβερνητικοί θεσμοί θεωρούν ευρύτατα ως αναξιόπιστο εταίρο στην καλύτερη περίπτωση, καθώς και αυταρχικό ηγέτη που έρχεται ορατά πιο κοντά στη Ρωσία, σε βάρος των συμφερόντων της Δυτικής συμμαχίας.

Οι περισσότεροι παρατηρητές της Τουρκίας έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα πως η συμμαχία Τουρκίας-ΗΠΑ υπάρχει κατ’ όνομα μόνο και οπωσδήποτε δεν είναι ουσιαστική. Υπάρχουν πολλοί λόγοι να πιστεύουμε πως η Τουρκία και οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να απομακρύνονται, χωρίς μια πιο ουσιαστική δέσμευση σε ζητήματα που διαιρούν τους δύο συμμάχους.

Ο Ερντογάν έφτασε στην Ουάσινγκτον με μια μακρά λίστα αιτημάτων, τα περισσότερα από τα οποία φάνηκε πως είχαν στόχο να διαφυλάξουν τον ίδιο και την κυβέρνησή του. Οι ανησυχίες πως οι ΗΠΑ θα δημοσιοποιούσαν ορισμένες από τις πιο αμφισβητήσιμες πηγές του τεράστιου προσωπικού πλούτου του Ερντογάν καθώς και το μέλλον της τουρκικής Halkbank, προφανώς βρίσκονταν στην κορυφή της λίστας.

Τον περασμένο μήνα, Αμερικανοί εισαγγελείς της Νέας Υόρκης κατηγόρησαν τη Halkbank για παραβίαση των αμερικανικών κυρώσεων στο Ιράν. Επιπλέον, ο Ερντογάν εξόργισε αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης, καθώς και ομάδα Αμερικανών γερουσιαστών που παραβρέθηκαν στη συνάντησή του στο Οβάλ Γραφείο με τον Τραμπ, όταν έδειξε βίντεο σε ένα iPad που παρουσίαζε τον Κούρδο ηγέτη των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων Μαζλούμ Αμπντί ως τρομοκράτη που θα πρέπει να συλληφθεί και να παραδοθεί στην Τουρκία, αντί να προσκαλείται στην Ουάσινγκτον.

Όταν ο Αμερικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιχαμ αγνόησε αυτή την προπαγανδιστική πράξη, η προσοχή της συζήτησης στράφηκε στην αγορά των ρωσικών πυραυλικών συστημάτων S-400 από την Τουρκία. Από την κοινή ανακοίνωση που ακολούθησε τη συνάντηση του Τραμπ με τον Ερντογάν, είναι ξεκάθαρο πως οι ΗΠΑ ενδιαφέρονταν να στείλουν ένα βασικό μήνυμα στην Τουρκία: είτε θα βρει τρόπο -που να μπορεί να επιβεβαιωθεί- να βάλει «στο συρτάρι» τους S-400 και ως αντάλλαγμα να επανενταχθεί στο πρόγραμμα για τα μαχητικά F-35, ή θα πρέπει να περιμένει σοβαρές και εξουθενωτικές κυρώσεις.

Μεταξύ σφύρας και άκμονος

Για το θέμα των S-400, ο Ερντογάν αντιμετωπίζει ένα ενδιαφέρον δίλημμα και καλείται να λάβει μια απόφαση με σημαντικές επιπτώσεις. Πέραν της απώλειας της αξιοπιστίας της, η Τουρκία θα δυσκολευτεί να ακυρώσει την αγορά των S-400. Από προηγούμενη εμπειρία, ο Ερντογάν γνωρίζει πολύ καλά πως το να εξοργίσει τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν είναι ένα ευαίσθητο ζήτημα, και υπάρχουν αξιόπιστες αναφορές που υποδηλώνουν πως ο Πούτιν θα μπορούσε να δημοσιοποιήσει έναν θησαυρό με ντροπιαστικό και ενοχοποιητικό υλικό, που θα έδειχνε τις αμφιλεγόμενες οικονομικές συναλλαγές και τις διεθνείς σχέσεις του Ερντογάν και της οικογένειάς του. Ο Πούτιν θα μπορούσε επίσης να τιμωρήσει οικονομικά την Τουρκία, τερματίζοντας τις υφιστάμενες εμπορικές και τουριστικές συμφωνίες που είναι ζωτικής σημασίας για την ευρωστία της τουρκικής οικονομίας.

Στον αντίποδα, εάν δεν ικανοποιηθεί η Ουάσινγκτον στο θέμα των S-400, θα μπορούσε να εξαπολύσει μπαράζ κυρώσεων. Για την ώρα, οι ΗΠΑ φαίνεται πως έδωσαν στην Τουρκία την ευκαιρία να σκεφτεί καλά το θέμα και να ενεργήσει αναλόγως. Ως έχει, η υπόθεση κατά της Halkbank και το προτεινόμενο ψήφισμα στη Γερουσία των ΗΠΑ για την αναγνώριση της σφαγής των Αρμενίων από τους Οθωμανούς Τούρκους ως γενοκτονίας (η Βουλή των Αντιπροσώπων υπερψήφισε παρόμοιο ψήφισμα τον περασμένο μήνα), μπήκαν «στον πάγο» ως ένδειξη καλής θέλησης και σήμα πως οι ΗΠΑ σοβαρά ενδιαφέρονται να επαναφέρουν την Τουρκία στις αγκάλες της Δύσης.

gennimata synedr pasok

Συνέδριο-φιάσκο, ή μια αναγκαία προσπάθεια στον δρόμο προς μια μεγαλύτερη Κεντροαριστερά; Το ΠΑΣΟΚ, το κόμμα που ηγεμόνευσε πολιτικά κατά το μεγαλύτερο μέρος της Μεταπολίτευσης, κατεβάζει σήμερα – και τυπικά – τα ρολά.

Η Φώφη Γεννηματά κράτησε κλειστά τα αυτιά της στις φωνές εντός του κόμματος και σήμερα το απόγευμα θα φύγει με το τελικό αποτέλεσμα στην τσέπη του κόκκινου κοστουμιού της. Ελέγχει τους συνέδρους και θα περάσει το καταστατικό που εξυπηρετεί τις επιδιώξεις της. Θα ψηφίσουν ότι ο πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ θα είναι και πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ.

Άλλωστε τα κόμματα-συνιστώσες του ΚΙΝΑΛ εκπροσωπούνται από τα όργανα του φορέα που δημιούργησαν. Η ίδια ως Πρόεδρος της παράταξης έχει μπροστά της θητεία δύο ετών. Ωστόσο, θα βρεθεί αντιμέτωπη με την εσωστρέφεια και μετά το συνέδριο και οι διαγραφές είναι η πιθανότερη εξέλιξη – εφόσον δεν υπάρξει η πολυπόθητη συμφωνία με το Νίκο Ανδρουλάκη.

Με το τελευταίο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, το ΚΙΝΑΛ μετατρέπεται σε ένα αρχηγικό – προσωποπαγές κόμμα, που ελέγχεται από την Φώφη Γεννηματά και τον πυρήνα των στελεχών που την περιστοιχίζουν. Με τον τρόπο αυτό αποχωρεί ουσιαστικά από την διεκδίκηση του Κέντρου και αρκείται σε ένα μικρό χώρο, όσον έχει απομείνει ανάμεσα στη ΝΔ και το ΣΥΡΙΖΑ.

Το ΚΙΝΑΛ παύει πλέον να είναι ένα πολυσυλλεκτικό κόμμα με ρεύματα ιδεών που εκπροσωπούν ένα ευρύ πολιτικό φάσμα από το λεγόμενο «προοδευτικό κέντρο» έως την ανανεωτική αριστερά, αφού έχει απομακρύνει σε διάφορες φάσεις, το μεγαλύτερο κομμάτι του πρώην εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ και της δημοκρατικής – ευρωπαϊκής αριστεράς. Την ίδια στιγμή το αποκαλούμενο σοσιαλιστικό – Παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ βρίσκεται, στην πλειονότητα του, στον ΣΥΡΙΖΑ.

Ο «αρχηγισμός» (προειδοποίηση διαγραφών, εξοβελισμοί σημαντικών πολιτικών στελεχών, διορισμοί οργάνων με «ήσυχους») που προσπαθεί να ασκήσει η Φώφη Γεννηματά, δεν συναρπάζει ψηφοφόρους ούτε αντιστοιχεί σε λειτουργία ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Οι σύνεδροι είναι όλοι διορισμένοι και η προτροπή σε όποιον διαφωνεί με την πολιτική των ίσων αποστάσεων από ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ να ανοίξει την πόρτα της εξόδου, σε ένα κόμμα με το μικρό ποσοστό που διαθέτει το ΚΙΝΑΛ, προδιαγράφει πορεία συρρίκνωσης.

Με το τέλος του συνεδρίου η Φώφη Γεννηματά, όπως δείχνουν τα μέχρι τώρα δεδομένα, θα έχει κερδίσει την εσωκομματική κυριαρχία, αλλά δεν θα έχει νικήσει την εσωστρέφεια. .Πολιτική προοπτική, δεν δείχνει να υπάρχει. Αναζητούνται διαρκώς βελούδινες ισορροπίες και «παζάρια» για ρυθμιστικές κινήσεις.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης, έχει τα δικά του διλήμματα. Οι βασικοί του συνεργάτες, στην πλειοψηφία τους, τον πίεσαν για «εδώ και τώρα σύγκρουση», ενώ ο ίδιος θεωρεί ότι από την στιγμή που δεν τέθηκε θέμα ηγεσίας μετά τις εκλογές, δεν μπορεί να τεθεί τώρα. Έχοντας ως μειονέκτημα ότι δεν είναι βουλευτής και ως πλεονέκτημα ότι είναι ευρωβουλευτής – άρα μπορεί να αναπτύξει τις διεθνείς του επαφές – θα ασχοληθεί με το πως θα καλύψει το έλλειμμα εναλλακτικής πολιτικής πλατφόρμας για την διεκδίκηση της ηγεσίας το ... 2021.

Ο Παύλος Γερουλάνος , δεν ξέρει κανείς πώς θα αντιδράσει. Βγήκε μπροστά και αντιπαρατέθηκε με την Φώφη Γεννηματά ποντάροντας στη «νεκρανάσταση» του ΠΑΣΟΚ, συγκέντρωσε μόλις 2000 υπογραφές, σύμφωνα με τις πληροφορίες και τώρα έχει να επιλέξει: Ηττημένος και υπό επιτήρηση, ή εκτός ΚΙΝΑΛ;

Της Αλίκης Χατζή

f16 pa

Απανωτά είναι τα χτυπήματα που δέχονται οι Τούρκοι Επιτελείς κι ο λόγος είναι η ψυχραιμία που διακατέχει τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, οι οποίες την στιγμή που η Άγκυρα επιλέγει τον δρόμο της έντασης, εκείνες απαντούν όταν και όπου απαιτείται κι αυτό το έχουν αποδείξει.

Οι δεκάδες παραβιάσεις στο νοτιοανατολικό Αιγαίο και κυρίως οι υπερπτήσεις στο νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελόριζου, μόνο τυχαίο γεγονός δεν ήταν αυτές τις ημέρες. Ανώτατοι Αξιωματικοί από τον Στρατό Ξηράς και την Πολεμική Αεροπορία σημειώνουν ότι, Μεγίστη και Ρω, στοχοποιήθηκαν τώρα και ο λόγος ήταν η άσκηση ετοιμότητας με πραγματικά πυρά σχεδόν από το σύνολο των όπλων που υπάρχουν στο νησιωτικό σύμπλεγμα.

Η άσκηση της ΔΑΝ Μεγίστης και των φρουρών στα φυλάκια της Ρω και της Στρογγύλης είχε υψηλό συμβολισμό και εκτελέστηκε ύστερα από περίπου μια 20ετία, άρα «τάραξε» τα νερά κι αυτό δεν άρεσε καθόλου στην Τουρκία. Με ότι όπλο υπάρχει, όλοι θα κάνουν βολές ήταν η διαταγή κι έτσι έγινε, την ώρα μάλιστα που διεξάγονταν οι αεραποβατικές και αποβατικές ενέργειες στο Μάλεμε από δυνάμεις της Ελλάδας, της Κύπρου και της Αιγύπτου.

Γιατί στοχοποίησαν το Καστελόριζο Μετά από την Κύπρο, την πτήση της 340 Μοίρας για την άσκηση «Ατσάλινο Βέλος», την οποία θα θυμάται για πολύ καιρό η Τουρκία ή καλύτερα δεν θα ξεχάσει το χουνέρι των «Αλεπούδων», σειρά είχε η άσκηση της 95 ΑΔΤΕ στο Καστελόριζο που αιφνιδίασε.

Μπορεί σε επίπεδο επιτελείου στην Τουρκία να είδαν ότι πρόκειται για μια «τοπική άσκηση» αλλά οι καταγραφές που έγιναν, τους έδωσαν μηνύματα που απ’ ότι φάνηκε όλη τη βδομάδα, δεν τους άρεσαν....

Η Άγκυρα με τις υπερπτήσεις αυτές ήθελε να δείξει με σαφή τρόπο την εγγύτητα που έχει με αυτά τα νησιά, στην εσχατιά της Ελληνικής επικράτειας και η προσπάθειά ήταν να περάσει μήνυμα για το τι μπορεί να κάνει στην περιοχή η αεροπορία. Ωστόσο υπάρχει το αυταπόδεικτο που είναι το ύψος «στρατόσφαιρας» κατά τη διάρκεια των υπερπτήσεων. 26.000, 28.000, 29.000, 30.000 είναι τα πόδια της αεροπορικής «υπεροχής» στην περιοχή από τα τουρκικά αεροσκάφη.

Ύψη «ασφαλείας» όπως χαρακτηρίζονται στην αεροπορική γλώσσα, τα οποία δείχνουν ότι οι πιλότοι της Τουρκίας θέλουν από την μια να κάνουν την υπέρπτηση κι από την άλλη να είναι στα ψηλά, στα σίγουρα.

Τα Ελληνικά «γεράκια» δεν άφησαν αναπάντητη οποιαδήποτε πρόκληση, κυρίως μετά τις πέντε στο σύνολό τους υπερπτήσεις. Δέκα σκληρές αερομαχίες, με τις τέσσερις να γίνονται την Παρασκευή, την ώρα μάλιστα που γι’ ακόμη μια φορά στην ίδια περιοχή πετούσε στο πλαίσιο της Τουρκικής άσκησης «Dogu Akdeniz» το Νατοϊκό AWACS, άρα το «Συμμαχικό» πλήρωμα έγινε ξανά αυτόπτης μάρτυρας της τουρκικής παραβατικής συμπεριφοράς.

Μόνο μέσα σε μια βδομάδα, 109 παραβιάσεις του Εθνικού Εναέριου Χώρου, περισσότερα από 60 πτητικά μέσα κάθε τύπου κι ανάμεσα σε αυτά, ο πιστός σύμμαχος της Τουρκίας, το Πακιστάν που παρά το Ελληνικό διάβημα, οι πιλότοι με το Πακιστανικό P-3 ακολούθησαν πιστοί τους Τούρκους, παραβιάζοντας το FIR Αθηνών και τους κανόνες εναέριας κυκλοφορίας. Η Τουρκία από την Δευτέρα που πέρασε έχει βγάλει από τους ναυστάθμους τις μονάδες επιφανείας για να πάρουν μέρος στην άσκηση «Dogu Akdeniz» μέχρι τις 20 Νοεμβρίου.

Στην Τουρκική άσκηση παίρνει μέρος και η Νατοϊκή δύναμη που βρίσκεται στο Αιγαίο, στο πλαίσιο της προσπάθειας της Συμμαχίας να ενισχύσει την χώρα μας με μέσα για το μεταναστευτικό.

Στην ίδια δύναμη βρίσκεται και Ελληνική φρεγάτα, με το πλήρωμά της να ασκείται με τις Συμμαχικές δυνάμεις αλλά ταυτόχρονα να παρακολουθεί, μη τυχόν θελήσουν οι γείτονές μας να προβάλουν τις γνωστές διεκδικήσεις τους, μέσω κάποιας κίνησης αμφισβήτησης Εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, πράγμα που το έχει κάνει στο παρελθόν.

hellasjournal

erdogan putin and trump skitso
Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προσπαθεί να παίξει με τις αντιφάσεις των δύο μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες αναγκάζονται να τον αντιμετωπίσουν.

Τούρκοι αξιωματούχοι άρχισαν και πάλι να φλερτάρουν με τη Μόσχα και την Ουάσιγκτον σε θέματα στρατιωτικής – τεχνικής συνεργασίας.

Παίζει με τις αντιφάσεις τους

Μέσα σε μια ημέρα η Αγκυρα κατάφερε να αμφισβητήσει την προσφορά δεύτερης παρτίδας ρωσικών συστημάτων αεράμυνας S-400 και να καλέσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να συζητήσουν την πώληση μαχητικών αεροσκαφών F-35 στην Τουρκία.

Δείτε επίσης: Πειρατεία σε τάνκερ : Στο «κόκκινο» η αγωνία για τον 20χρονο Έλληνα – Πού βρίσκονται οι όμηροι
Σύμφωνα με τους ειδικούς, ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προσπαθεί έτσι να παίξει με τις αντιφάσεις των δύο μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες αναγκάζονται να τον αντιμετωπίσουν.

Η τουρκική κυβέρνηση σκέφτεται να καθυστερήσει την προμήθεια της δεύτερης παρτίδας των αντιαεροπορικών πυραυλικών συστημάτων S-400 Triumph.

Αυτό ανακοινώθηκε τη Δευτέρα από τον επικεφαλής της γραμματείας της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας Ισμαήλ Ντεμίρ.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η καθυστέρηση μπορεί να σχετίζεται με τις διαπραγματεύσεις για τη μεταφορά τεχνολογίας και τη δημιουργία συγκροτημάτων κοινής παραγωγής.

Οι S-400 και τα F-35

Την ίδια στιγμή, ο Ντεμίρ σημείωσε ότι η δεύτερη φάση της προμήθειας των S-400 θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μέχρι τα τέλη του 2020.

Ο ίδιος αξιωματούχος νωρίτερα χθες το πρωί ανακοίνωσε την επιθυμία της Τουρκίας να επαναλάβει τις διαπραγματεύσεις με την Ουάσιγκτον για την προμήθεια των αμερικανικών μαχητικών αεροσκαφών F-35.

Πρόσθεσε, δε, ότι η τουρκική κυβέρνηση δεν συμφωνεί με τη διαπίστωση ότι «τα F-35 και οι S-400 δεν μπορούν να συνυπάρξουν στην ίδια χώρα».

«Δεν βλέπουμε προβλήματα από νομική άποψη», δήλωσε ο Ντεμίρ, αλλά απέφυγε να επιβεβαιώσει ότι η Αγκυρα εξετάζει την προσφορά της Μόσχας για την προμήθεια ρωσικών μαχητικών αεροσκαφών.

Σύμφωνα με τον Αντρέι Κορτόνοφ, Γενικό Διευθυντή του Ρωσικού Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, η κατάσταση αυτή αναγκάζει την τουρκική κυβέρνηση και τον πρόεδρο Ερντογάν προσωπικά να αρχίσουν να αναζητούν συμβιβασμούς με την Ουάσιγκτον.

Να παράγουν τους S-400

«Από την άλλη πλευρά, οι Τούρκοι θέλουν πραγματικά να παράγουν το σύστημα S-400 μαζί με τη Ρωσία. Αν όμως κρίνουμε από τα σχόλια που λαμβάνουμε από τις κρατικές δομές μας, η Μόσχα δεν συμπαθεί αυτήν την ιδέα.

»Γι’ αυτό, ο Ερντογάν μπορεί να αποσυρθεί από τη συμφωνία των S-400 με σχετικά μικρές απώλειες φήμης».

Επιπλέον, συνέχισε ο Κορτόνοφ, στην Ουάσιγκτον ακούγεται ολοένα και περισσότερο η άποψη ότι ο Ερντογάν καθίσταται ηγέτης μιας εν δυνάμει νέας αυτοκρατορίας. Και σε αυτήν την πραγματικότητα, φυσικά, η επιθυμία του είναι να επαναλάβει τις διαπραγματεύσεις για τα F-35, διατηρώντας ως ένα βαθμό ελευθερία ελιγμών για αυτόν.

Σύμφωνα με τον εμπειρογνώμονα, ο τούρκος ηγέτης θα επιδιώξει ελιγμούς μεταξύ των συμφερόντων της Μόσχας, της Ουάσιγκτον και των χωρών μελών του ΝΑΤΟ, τουλάχιστον μέχρι τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές που προγραμματίζονται για τον Νοέμβριο του 2020.

Απίθανο να καθίσει σε δύο καρέκλες

«Ο Ερντογάν είναι απίθανο να καθίσει σε δύο καρέκλες για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αλλά μέχρι τις επόμενες εκλογές στις ΗΠΑ, αυτό είναι αρκετά ρεαλιστικό», δήλωσε ο Κορτόνοφ.

Την ίδια στιγμή, ο διευθυντής του Κέντρου Μελετών της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας, Σέμιον Μπαγντάσαροφ, πιστεύει ότι ο Ερντογάν μπορεί να παίζει ασταμάτητα με τις αντιφάσεις της Ρωσίας, των ΗΠΑ και άλλων χωρών-μελών του ΝΑΤΟ.

«Ο Ερντογάν είναι ένας από τους πιο ισχυρούς και πονηρούς πολιτικούς της εποχής μας. Και θα τον υπομείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Χρησιμοποιεί τώρα πολύ επιδέξια τις αντιφάσεις των παγκόσμιων δυνάμεων στη Συρία για να λύσει τα δικά του προβλήματα», δήλωσε ο Μπαγντάσαροφ.

Επιπλέον, τόνισε ότι «οι Αμερικανοί βλέπουν τη συμπεριφορά του Ερντογάν, και στον Λευκό Οίκο προκαλεί οργή. Αλλά πρέπει, επίσης, να κλείνουν τα μάτια σε μεγάλο βαθμό, δεδομένου του ρόλου και του βάρους της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ».

Και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι παρ’ όλα αυτά «η Τουρκία δεν θα αποκλειστεί από τη Συμμαχία. Πρώτον, διότι η ίδια δεν θέλει να φύγει από αυτήν. Δεύτερον, δεν επιθυμούν να την αφήσουν έξω από το μπλοκ. Γι’ αυτό όλοι πρέπει να υπομείνουν τον Ερντογάν μέχρι να αλλάξει η εξουσία στην Τουρκία».

vz.ru, echedoros-a.gr

vouli edrana kena

Η τελική φάση της συζήτησης που ξεκίνησε σήμερα για τη Συνταγματική Αναθεώρηση και αναμένεται να ολοκληρωθεί την προσεχή Δευτέρα με την ψηφοφορία θα μπορούσε να ήταν μια χρυσή ευκαιρία για το πολιτικό σύστημα για τολμηρές αλλαγές.

Δυστυχώς όμως η παρούσα συνταγματική αναθεώρηση, αν εξαιρεθεί η όντως σημαντική κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας που έδινε τη δυνατότητα στη Βουλή, εφόσον δεν διώξει έναν πολιτικό εντός των δυο επόμενων Συνόδων να παραγράφεται το αδίκημα, δεν προσφέρει επί της ουσίας πολλά.

Γιατί όσο αναγκαία ήταν η εξίσωση στην αντιμετώπιση των πολιτικών με τους απλούς πολίτες στο θέμα της παραγραφής, άλλο τόσο σημαντικό ήταν να προωθηθούν κρίσιμες διατάξεις για σειρά θεμάτων, ώστε το Σύνταγμα να είναι όντως σύγχρονο και μεταρρυθμιστικό και συνάμα τολμηρό για τη εποχή του.

Όμως, αντί να υπάρχει πεδίο συναίνεσης, προέκυψε σύγκρουση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων σε ένα θέμα μείζονος και υψίστης πολιτικής σημασίας.

Και όπως φαίνεται ουσιαστικά η Συνταγματική Αναθεώρηση γίνεται για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας ακόμα και με 151 ψήφους ή ακόμα και με λιγότερους.

Προφανώς έπρεπε να αποσυνδεθεί η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη εκλογών, όπως θα μπορούσε να προβλεφθεί στο Σύνταγμα η εξάντληση της τετραετούς κυβερνητικής θητείας.

Όμως όπως εξελίχθηκε η συζήτηση, αδικείται και η ίδια η διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος. Τολμηρές και καινοτόμες προτάσεις έμειναν κενό γράμμα.

Κρίμα για το πολιτικό σύστημα που δείχνει να μην έχει λάβει τα αναγκαία μηνύματα από 10 χρόνια πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής και θεσμικής κρίσης.

Ας περιμένουμε δυστυχώς άλλα εννέα χρόνια...

Ραβανός Αρης

Mitsotakis china proedros
Η επίσκεψη στην Αθήνα του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ, παρότι υποβαθμίστηκε επικοινωνιακά από τα ΜΜΕ, αποτελεί αντικειμενικά μείζονος σημασίας πολιτικό γεγονός και μόνο επειδή έλαβε χώρα.
Και τούτο, επειδή η σημαντικότερη, ίσως, γεωπολιτική εξέλιξη της τρέχουσας δεκαετίας, η οποία αναμένεται να επιδράσει με κοσμογονικό τρόπο στη διαμόρφωση του μελλοντικού διεθνούς συστήματος στα επόμενα χρόνια, είναι η ανάπτυξη από πλευράς της Κίνας της περιβόητης BRI (Belt and Road Initiative), του νέου "Δρόμου του Μεταξιού".

Η BRI είναι ένα σχεδιαζόμενο κολοσσιαίο πλέγμα υποδομών στα νότια ευρασιατικά παράλια, την Κεντρική Ασία, αλλά και τον απώτατο αρκτικό βορά, με τελικό στόχο την Ευρώπη. Οι υποδομές της περιλαμβάνουν αυτοκινητόδρομους, σιδηροδρομικές γραμμές, αγωγούς μεταφοράς φυσικού αερίου και πετρελαίου, ποτάμια δίκτυα επικοινωνίας, λιμάνια κλπ. Ακόμη και ολόκληρες πόλεις. Το κόστος για την κατασκευή τους θα ανέλθει σε αρκετά τρισ. δολάρια, ενώ η ευρύτερη οικονομική τους αξία είναι απλά ανυπολόγιστη. 

Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, όλες αυτές οι υποδομές θα διαμορφώσουν μια νέα ανθρωπογεωγραφική πραγματικότητα στην Ευρασία και συνακόλουθα στο διεθνές σύστημα, με τεράστιες δυνητικές γεωπολιτικές συνέπειες. Κατά την άποψη μου, η BRI αποτελεί κομβικό στοιχείο μιας νέας γεωπολιτικής μηχανικής που οδηγεί στην ενοποίηση της Ευρασίας και εν συνεχεία στην αυτονόμησή της από το ωκεάνιο δίκτυο επικοινωνιών

Άρα, σε βάθος χρόνου ενδέχεται να οδηγήσει στη δημιουργία ενός νέου διπολικού παγκόσμιου συστήματος, που θα διαδεχθεί το υπό διαμόρφωση σημερινό πολυπολικό σύστημα. Αλλά αυτό είναι μια άλλη και πολύ μεγάλη κουβέντα. Σε κάθε περίπτωση, η BRI είναι η κορωνίδα και το θεμέλιο της υψηλής στρατηγικής της Κίνας και συνακόλουθα αποτελεί βασικό στοιχείο της διαμόρφωσης της γεωπολιτικής στρατηγικής των ΗΠΑ, της Ρωσίας, της Ινδίας και της Ευρώπης.

Επωφελής για όλους

Η BRI προκαλεί μεγάλες προσδοκίες για τα οικονομικά και γεωπολιτικά της οφέλη αλλά και φόβους και αντιδράσεις, θεωρούμενη από μεγάλο μέρος του μηχανισμού διαμόρφωσης της υψηλής στρατηγικής της Δύσης ως μια προσπάθεια "έμμεσης στρατηγικής" της Κίνας να επιτύχει ηγεμονικό ρόλο στον πλανήτη.

Από την πλευρά της, το Πεκίνο προσπαθεί να τονίσει την οικονομική διάσταση αυτού του κοσμογονικού εγχειρήματος, που δεν έχει προηγούμενο στην παγκόσμια ιστορία. Οι Κινέζοι υπογραμμίζουν ότι αυτό το σχέδιο εξασφαλίζει στις συμμετέχουσες χώρες οφέλη, με την έννοια ότι θα επωφελής για τους πάντες (win win), ακόμη και για ανταγωνιστές της, όπως η Ινδία. Ως εκ τούτου δεν θα υπάρξουν γεωπολιτικές τριβές. 

Στο πλαίσιο αυτής της δύσκολης προσπάθειας είναι μεγάλης σημασίας η συμμετοχή στην BRI χωρών που θα λειτουργήσουν ως αποσβεστήρες κραδασμών στις αντιδράσεις που τυχόν προκύψουν από τους ισχυρούς δρώντες του Δυτικού Κόσμου, οι οποίοι βλέπουν την άνοδο της Κίνας με φόβο και καχυποψία. Έτσι, λοιπόν, στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία αποτελεί σημαντικό κομμάτι της BRI, ο ρόλος της Ελλάδας είναι σημαντικός ακριβώς γιατί μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας μείωσης των τριβών μεταξύ των ισχυρών δρώντων.

Μεταξύ των άλλων υποδομών που προβλέπονται να κατασκευαστούν στο πλαίσιο της BRI, είναι η δημιουργία ενός ποτάμιου δικτύου μεταφορών στα Βαλκάνια, το οποίο θα διασυνδέεται με το ποτάμιο δίκτυο μεταφορών της Κεντρικής Ευρώπης. Αυτό το δίκτυο ενδέχεται να διευκολύνει τη μεταφορά των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου προς την Ευρώπη, κάτι που είναι κρίσιμο στοιχείο της υψηλής στρατηγικής της Δύσης, δεδομένου ότι έτσι θα μειωθεί η εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Ο ρόλος της Τουρκίας

Αντιθέτως, η συμμετοχή της Τουρκίας στην BRI θα μπορούσε να προκαλέσει την αντίδραση των μεγάλων διεθνών δρώντων, ιδιαίτερα των ΗΠΑ, αλλά πιθανώς και της Ρωσίας. Αυτό θα συνέβαινε γιατί έτσι θα προέκυπτε μια υπερβολικά ισχυρή Τουρκία, κάτι που οι δύο μεγάλες δυνάμεις επιδιώκουν να αποφύγουν, ακριβώς γιατί έτσι πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να την ελέγξουν.

Επιπροσθέτως, μια Τουρκία αυτονομημένη από τη Δύση και με στενές σχέσεις με τη Μόσχα, αν αποκτούσε και αυξημένο ρόλο στην BRI θα μπορούσε να εντείνει περαιτέρω τους φόβους της Ουάσιγκτον, δεδομένης και της στενής σχέσης Κίνας-Ρωσίας. Συνακόλουθα, ο ήδη υπάρχων φόβος των ΗΠΑ έναντι της Κίνας θα συνδυαζόταν με το φόβο και την καχυποψία των Αμερικανών έναντι της Ρωσίας και της Τουρκίας, με αποτέλεσμα να κινδυνεύσει να προκληθεί μια βίαιη αντίδραση από πλευράς τους, με όποια επίπτωση θα είχε αυτή στην ίδια την BRI.

Με μια αρχική ματιά, λοιπόν, προκύπτει το συμπέρασμα ότι ενδέχεται να υφίσταται μια αρχική στιβαρή βάση οικοδόμησης μιας νέας στρατηγικής σχέσης Ελλάδας-Κίνας, χωρίς να θίγονται κρίσιμα δυτικά συμφέροντα. Αντιθέτως, ενδέχεται να επιτυγχάνονται σοβαρές συνέργειες με αυτά. Βέβαια, αυτό είναι ένα εξαιρετικά πολύπλοκο και πολυσύνθετο θέμα για να εξαντληθεί στο στενό πλαίσιο αυτού του κειμένου. Ωστόσο, το γεγονός παραμένει ότι μια μεγάλη δυνητική στρατηγική ευκαιρία για την Ελλάδα είναι ενώπιον της, παρότι ΗΠΑ και Ευρώπη προσπαθούν να αποτρέψουν την Αθήνα από το βαδίσει αυτό το μονοπάτι.

Μια Ελληνίδα στην υψηλή στρατηγική της Κίνας

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον δε είναι το γεγονός ότι στο πλέγμα των ειδικών που συμμετέχουν σε ακαδημαϊκό επίπεδο στη συνδιαμόρφωση της υψηλής στρατηγικής της Κίνας για την BRI και μάλιστα σε ένα από τα πιο ιδιόρρυθμα σημεία της, τον Αρκτικό, συμμετέχει και μια Ελληνίδα. Η αναπληρώτρια καθηγήτρια Πελαγία Καρπαθιωτάκη διδάσκει στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο του Πεκίνου και είναι υπεύθυνη Διεθνών Σχέσεων της Academy of China Open Economy Studies Διεθνών Σχέσεων του ίδιου πανεπιστημίου, το οποίο αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά της Κίνας.

Επίσης, η Πελαγία Καρπαθιωτάκη ανέλαβε στις αρχές του 2018 την επιστημονική επιμέλεια (editing) της μελέτης "Mapping the Arctic’s Geo-economic Importance in the Global Future", καθώς και τη συγγραφή δύο κεφαλαίων της μελέτης που εξετάζουν θέματα διακυβέρνησης, εθνικής κυριαρχίας και ασφάλειας στον Αρκτικό. Η μελέτη διεξάγεται από κοινού από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο του Πεκίνου με το Κέντρο Διεθνούς Εμπορίου και Οικονομικών Ερευνών (International Trade & Economics Research Center) του Guangdong University for Foreign Studies που εδρεύει στην Γκουαντζού, στη Νότιο Κίνα και αποτελεί επίσης ένα άλλο από τα κορυφαία πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας.

Για την ίδια μελέτη ο υπογράφων έχει αναλάβει δύο κεφάλαια για τις στρατιωτικές ισορροπίες στον Αρκτικό και τον εν δυνάμει ρόλο του Αρκτικού στη διαμόρφωση του διεθνούς συστήματος. Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας συμμετείχα την άνοιξη του 2018 με την Πελαγία Καρπαθιωτάκη σε συνάντηση στην Γκουαντζού όπου οι συγγραφείς της μελέτης παρουσίασαν τα αρχικά συμπεράσματά τους σε πανεπιστημιακούς και ανώτατα στελέχη κρατικών οργανισμών της Κίνας που ασχολούνται με το σχετικό αντικείμενο, όπως ήταν το Ίδρυμα Ναυτικής Στρατηγικής.

Εκεί είχα την ευκαιρία να ακούσω από πρώτο χέρι για τη σημασία που δίνουν οι Κινέζοι ιθύνοντες στην ανάπτυξη της BRI με όσο το δυνατόν λιγότερες γεωπολιτικές τριβές, την προσήλωσή τους σε στρατηγικές win win, επωφελείς για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και συνακόλουθα τον ρόλο χωρών όπως η Ελλάδα σε αυτήν την προσπάθεια. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρόμοιες προσπάθειες στην Κίνα δεν έχουν μόνο ακαδημαϊκό χαρακτήρα, αλλά εντάσσονται σε έναν ευρύτερο μηχανισμό για τη διαμόρφωση της υψηλής στρατηγικής της χώρας και η συγκεκριμένη προσπάθεια δείχνει να έχει σοβαρή δυναμική.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι το όλο εγχείρημα εποπτεύει ο καθηγητής Lin Guijun, πρόεδρος της Ακαδημαϊκής επιτροπής του Οικονομικού Πανεπιστημίου του Πεκίνου (UIBE), Διευθυντής της Academy of China Open Economy Studies, (UIBE) και ακαδημαϊκός υπεύθυνος του Boao Forum, το οποίο είναι το "Νταβός της Ασίας".

Στην πραγματικότητα είναι μάλλον σημαντικότερο δεδομένου ότι η ατμομηχανή της παγκόσμιας οικονομίας βρίσκεται πλέον στην Ασία και όχι στην Ευρώπη. Εν κατακλείδι, η BRI δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα στην ευρασιατική σκακιέρα και η Ελλάδα πιθανώς να έχει σοβαρό ρόλο να παίξει στη διαμόρφωσή της.

Κώστας Γρίβας, SLpress

Η μεγάλη ευκαιρία της Ελλάδας να μετατραπεί από φτωχή συγγενής σε πολύφερνη νύφη

ellad kypr isra simees xartis
Η ενεργειακή «πείνα» της Ευρώπης τα επόμενα χρόνια θα είναι τέτοια που θα την αναγκάσει να αναζητήσει εναλλακτικές πηγές καυσίμων πέρα από τις σημερινές. Η λύση-όπως αναφέρει στο foreignaffairs.gr ο καθ. Ιωάννης Θ. Μάζης- που πλέον φαίνεται ιδανική είναι η τροφοδοσία με φυσικό αέριο από τα νέα κοιτάσματα της ανατολικής Μεσογείου. Η Τουρκία, που δεν είναι μέσα στο παιχνίδι αυτό, αντιδρά. Ωστόσο, φαίνεται πως η εποχή είναι εναντίον της.

Από την εικόνα της παγκόσμιας καταναλώσεως ενεργειακών πόρων προκύπτει ότι το 2005 «το φυσικό αέριο κάλυπτε το 23% της συνολικής διεθνούς ενεργειακής καταναλώσεως και κατετάγη αμέσως μετά το πετρέλαιο (37% της συνολικής καταναλωθείσης διεθνώς ενέργειας) και τον άνθρακα (24%)» [1].

Ειδικότερα στα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως η κατανάλωση φυσικού αερίου το 2007 «έφθασε τα 471Gm3, ποσότητα πού αντιστοιχεί στο 17 % της παγκόσμιας αγοράς» [2]. Κύριοι προμηθευτές της τον ίδιο χρόνο και μάλιστα με ρυθμούς αυξητικούς 3% ετησίως ποσότητες πού καλύπτουν άνω του ημίσεος της καταναλώσεως παγκοσμίως είναι η Ρωσική ομοσπονδία που την προμηθεύει με το 1/4 των συνολικών αναγκών της μέσω της ρωσικής Gazprom, και ακόμη η Νορβηγία, και η Αλγερία.

Υπενθυμίζουμε ότι η Ρωσία (23%), ο Καναδάς (11%), η Νορβηγία (9%) και η Αλγερία (7%) εξάγουν το 50% του φυσικού αερίου τους στις διεθνείς αγορές. Κατόπιν έρχονται ως προμηθευτές της ΕΕ η Νιγηρία, το Κατάρ και η Αίγυπτος. Επίσης πρέπει να σημειώσουμε ότι η Γερμανία (9%), η Ιταλία (9%), και η Γαλλία (6%) καταναλώνουν το 24% των ευρωπαϊκών εισαγωγών φυσικού αερίου.

Αυτό το γεγονός εξηγεί και την... ακατανόητη για πολλούς επίσημη επίσκεψη της Γερμανίδας Καγκελαρίου στην Κύπρο (11/01/2011) όπου και προέβη σε οξύτατες δηλώσεις εναντίον της Τουρκίας για την αδιαλλαξία της στην επίλυση του Κυπριακού.

Υπό ανάλογο πνεύμα εκείνου του μερκελιανού ενδιαφέροντος, δύναται να εξηγηθεί και η ενεργός ανάμειξη σε «θερμό επίπεδο» των στρατιωτικών δυνάμεων της Γαλλίας και της Ιταλίας στην Λιβύη για την ανατροπή του καθεστώτος Καντάφι.

Είναι, όμως, σημαντικό και εντείνει την ισχύ αυτής της αναγνώσεως των «δυτικών αναμείξεων» στα αραβικά εξεγερσιακά τεκταινόμενα, το γεγονός ότι κατά το έτος 2020 η ΕΕ δεν θα παράγει ενεργειακούς πόρους περισσότερο από το 1/3 των αναγκών της ενώ από το έτος 2030 και μετά θα εξαρτάται από τις εισαγωγές κατά 80% περίπου. Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρήσουμε τα εξής σημαντικά ζητήματα:

Η Ολλανδία θα διατηρήσει την ενεργειακή της αυτονομία για αρκετά χρόνια ακόμη ενώ η Μεγάλη Βρετανία, η οποία υπήρξε ο μεγαλύτερος παραγωγός υδρογονανθράκων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έχει μετατραπεί σε εισαγωγέα. Αλλά και άλλες μεγάλες καταναλώτριες σε φυσικό αέριο ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γερμανία, η Ιταλία, η Γαλλία και η Ισπανία αρχίζουν πλέον να επιδεικνύουν υψηλούς ρυθμούς αυξήσεως ενεργειακής εξαρτήσεως [3].

Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι η διεθνής κατανάλωση φυσικού αερίου κατά το έτος 2009 ανήρχετο στο ύψος των 2,94 τρισ. κυβικών μέτρων (Τm3) [4] αλλά και ότι τα πιθανά και τεχνικώς απολήψιμα με τις σημερινές τεχνολογίες αποθέματα φυσικού αερίου που υπάρχουν στην Κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), ανέρχονται σύμφωνα με την BEICIP/FRANLAB και το IFP (Institut Francais du Petrole) σε περίπου 3 τρισ. κυβικά μέτρα, όπως επίσης ότι μία ισοδύναμη ποσότητα της τάξης των 2-3 τρισ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου είναι πολύ πιθανή στην ελληνική δικαιοδοσία της Λεκάνης του Ηροδότου, (χωρίς τα 800 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου των ισραηλινών κοιτασμάτων), εγγίζουμε σε διαθέσιμα αποθέματα σχεδόν το διπλάσιο, της ετήσιας διεθνούς καταναλώσεως φυσικού αερίου μόνο και αποκλειστικά με τα ελληνοκυπριακά αποθέματα.

Μαζί με τα ισραηλινά αποθέματα, ένας ενεργειακός στρατηγικός άξονας Ισραήλ-Ελλάδος-Κύπρου υπερβαίνει το διπλάσιο της διεθνούς ενεργειακής καταναλώσεως σε φυσικό αέριο, μετρούμενο σε τρισεκατομμύρια κυβικά μέτρα. Ας μη λησμονούμε ότι η ΕΕ εισάγει σήμερα το 83% περίπου των αναγκών της σε πετρέλαιο και το 57% του αερίου της, θεωρουμένη ως ο παγκοσμίως σημαντικότερος εισαγωγέας υδρογονανθράκων.

Συνεπώς, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενώσεως προκύπτει ότι τα τρία αυτά αποθέματα, αρκούν για την-κατ’ αποκλειστικότητα-τροφοδοσία της Ε.Ε. των 27 για 20 περίπου χρόνια, και για 200 περίπου χρόνια αν συμμετέχουν σε αυτήν μέρος μόνον των κοιτασμάτων φυσικού αερίου της Λιβύης.

Η κατάσταση αυτή, της ενεργειακής εξαρτήσεως της ΕΕ από κράτη του αραβομουσουλμανικού κόσμου, τα οποία ευρίσκονται σε άκρως ευαίσθητη πολιτική αλλά και γεωστρατηγική μετάβαση (Αίγυπτος, Αλγερία, Λιβύη, Τυνησία) αλλά και κράτη όπως η Ρωσία, με υψηλό επίπεδο γεωστρατηγικού ανταγωνισμού με το δίπολο Λονδίνο-Ουάσιγκτον, αναγκάζει τον δυτικό κόσμο και τις αγγλοσαξωνικές χώρες να στρέψουν το βλέμμα προς τα πολλά υποσχόμενα κοιτάσματα της Κύπρου, της Ελλάδος και του Ισραήλ.

ΗΠΑ ΚΑΙ ΡΩΣΙΑ ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΣΥΜΠΛΟΚΟ ΤΗΣ Ν/Α ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ

Η Ζώνη του Αρκτικού κύκλου, λόγω της γεωκλιματικής αλλαγής και της ολοένα και περισσότερο επιταχυνόμενης τήξεως των πάγων, αρχίζει πλέον να δημιουργεί έναν νέο δίαυλο διεξόδου για την εμπορευματική κυκλοφορία των ρωσικών αγαθών και μάλιστα δια των συντομοτέρων, γεωγραφικώς και χρονικώς, δρομολογίων.

Ο Ιωάννης Θ. Μάζης είναι καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας στο τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και διδάσκει τα μαθήματα της Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής των Χωρών της Μέσης Ανατολής και της Τουρκίας.

Περισσότερα Άρθρα...